αλκολικός

αλκολικός
η , ό см. αλκοολικός

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "αλκολικός" в других словарях:

  • αλκοολικός — ή, ό και αλκολικός [αλκοόλ] 1.ο σχετικός με το αλκοόλ, αυτός που περιέχει τα συστατικά τού αλκοόλ 2. αυτός που πίνει οινοπνευματώδη ποτά σε υπερβολικές ποσότητες, αυτός που πάσχει από αλκοολισμό 3. αυτός που κατέχεται από κάποιο έμμονο πάθος ή… …   Dictionary of Greek

  • αλκοολικός — αλκοολικός, ή, ό και αλκολικός, ή, ό 1. αυτός που έχει σχέση με το οινόπνευμα: Μερικά αλκοολικά διαλύματα χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική. 2. αυτός που πίνει συστηματικά μεγάλες ποσότητες οινοπνευματωδών ποτών: Από το πολύ πιοτό κατάντησε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»